Το Ναύπλιο χτίστηκε σύμφωνα με τη μυθολογία από τον Ναύπλιο, γιο του Ποσειδώνα και της Δαναΐδας Ανυμώνης. Η πολιτιστική του αλυσίδα ξεκινά από την προϊστορική εποχή. Συμμετείχε στην Αργοναυτική Εκστρατεία και στον Τρωικό Πόλεμο, παράκμασε στα ρωμαϊκά χρόνια και ανέκαμψε στα βυζαντινά. Στη συνέχεια Φράγκοι, Ενετοί και Τούρκοι άφησαν τα σημάδια τους. Αρχαία τείχη, μεσαιωνικά κάστρα, μνημεία, αγάλματα, οθωμανικές κρήνες, βενετσιάνικα και νεοκλασικά κτήρια – όλα γοητευτικά ιστορικά αλλά και αρχιτεκτονικά κοσμήματα στολίζουν την πόλη.
Στη νεότερη εποχή η πόλη του Ναυπλίου διαμορφώθηκε από τους Ενετούς με μεγάλης έκτασης προσχώσεις της θάλασσας γύρω στα 1500 μ.Χ., για να αποκτήσουν ένα ασφαλές οχυρωμένο λιμάνι – ναύσταθμο στην ανατολική Μεσόγειο, μετά την απώλεια και την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους. Σχεδίασαν εξ’ αρχής, μία πόλη και ένα λιμάνι με νέο ευρωπαϊκό σχέδιο, με ευθύγραμμους δρόμους και οικοδομικά τετράγωνα και τη μεγάλη διατηρητέα μοναδική πλατεία στο κέντρο, στα πρότυπα της Μεγάλης Πλατείας του Αγίου Μάρκου της Βενετίας. Το Ναύπλιο – Napoli di Romania ήταν μια ευρωπαϊκή πόλη στην Ανατολή από το 1500 μ.Χ.Η αρχιτεκτονική της παλιάς πόλης αντικατοπτρίζει την ιστορική εξέλιξη του Ναυπλίου, με ποικιλία αρχιτεκτονικών τύπων που όμως δίνουν μια εικόνα ομοιογένειας. Λίγα οικοδομήματα της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1713) έχουν διασωθεί, με σπουδαιότερο εκείνο που σήμερα στεγάζει το Αρχαιολογικό μουσείο. Από τη Β’ Οθωμανική περίοδο (μετά το 1713) διατηρήθηκε το μεγάλο τζαμί στην πλατεία Συντάγματος, το λεγόμενο Βουλευτικό. Καθοριστική ήταν η περίοδος Καποδίστρια μεταξύ 1828-1831 αφού ο ίδιος ασχολήθηκε με την πολεοδομική οργάνωση και την ανοικοδόμηση της πόλης και εφάρμοσε τον κλασικισμό στο Ναύπλιο. Τότε κατεδαφίστηκαν πολλά κτίρια και ανεγέρθηκαν νέα δημόσια και ιδιωτικά, η πόλη απέκτησε και πάλι ευρύτερους δρόμους και έγινε η πρώτη νεοκλασική ευρωπαϊκή πόλη στην Ανατολή με σύγχρονο σχέδιο, που διατηρείται έκτοτε αναλλοίωτο. Η εντατική οικοδόμηση έπαψε μετά τον θάνατό του το 1831. Την επόμενη περίοδο σταδιακά η πόλη άρχισε να απελευθερώνεται από τα τείχη της και να στρέφεται προς τη θάλασσα. Ο μοναδικός προμαχώνας που σώθηκε από την οχύρωση της κάτω πόλης είναι τα «Πέντε Αδέλφια».
Επιτύμβια Μνημεία Νεκροταφείου Ναυπλίου
Το σημερινό νεκροταφείο ανεγέρθηκε το έτος 1852 από τον μεγάλο δωρητή του Ναυπλίου, Μιχαήλ Ιατρό, καθώς το παλαιό νεκροταφείο στο εκκλησάκι των Αγίων Πάντων ήταν ακατάλληλο για τις αυξημένες πλέον απαιτήσεις της πόλης.
Σήμερα αξίζει να επισκεφτεί κανείς το νεκροταφείο του Ναυπλίου, για να δει ορισμένα ιδιαίτερης τέχνης επιτύμβια γλυπτά του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, όταν στην πόλη συγκεντρώθηκαν εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής.
Τα μαρμάρινα επιτύμβια μνημεία ακολουθούν τα πρότυπα του νεοκλασικισμού και εκφράζουν τα ιδεώδη της ανερχόμενης τότε ελληνικής αστικής τάξης. Κυριαρχεί ο τύπος της επιτύμβιας στήλης, είτε απλής είτε με ανάγλυφες φτερωτές μορφές που αποτελούν συνήθως αλληγορία του Θανάτου.
Ορισμένα έργα φέρουν την υπογραφή γνωστών γλυπτών της εποχής, όπως του Ιακώβου Μαλακατέ, του Γεωργίου Μπονάνου, του Ιωάννη Βιτσάρη και των αδελφών Κοτζαμάνη.
Τα σημαντικότερα γλυπτά βρίσκονται εκατέρωθεν της εισόδου του νεκροταφείου και κατά μήκος του μονοπατιού που οδηγεί στο εκκλησάκι των Αγίων Ασωμάτων. Πρόκειται για επιτύμβια μνημεία αστικών οικογενειών της πόλης, εκ των οποίων ξεχωρίζει το ταφικό μνημείο του Σωφρόνη Σωφρονίου με τον εξαιρετικής τέχνης και λεπτότητας ολόγλυφο άγγελο, η επιτύμβια στήλη της Ανθής Γκόγκορη και τα ταφικά μνημεία των οικογενειών Σταματιάδη και Θερμογιάννη που μιμούνται αρχαίους ναούς. Στο νεκροταφείο αυτό βρίσκονται και οι τάφοι των σπουδαίων Ναυπλιωτών λογοτεχνών, του Άγγελου Τερζάκη και του Νίκου Καρούζου.
Λέων Των Βαυαρών
Ένα εξαιρετικής τέχνης γλυπτό μνημείο, και από τα σημαντικότερα του 19ου αιώνα στην Ελλάδα, γνωστό ως το Λιοντάρι των Βαυαρών, που χρονολογείται το 1840 με 1841.
Το λιοντάρι, που έχει αποδοθεί σε μνημειακή κλίμακα με λάξευση στον βράχο, παριστάνεται να κοιμάται. Κάτω από το λιοντάρι των Βαυαρών υπάρχει γερμανική επιγραφή χαραγμένη στο βράχο, από την οποία πληροφορούμαστε ότι το μνημείο παραγγέλθηκε από τον βασιλιά της Βαυαρίας, Λουδοβίκο, πατέρα του Όθωνα, στη μνήμη των Βαυαρών στρατιωτών που ανήκαν στην ακολουθία του Όθωνα, και είχαν πεθάνει από επιδημία τύφου στο Ναύπλιο κατά τα έτη 1833 και 1834. Οι Βαυαροί είχαν ενταφιαστεί στο κοντινό νεκροταφείο των Αγίων Πάντων. Αργότερα τα οστά τους εναποτέθηκαν στην κρύπτη της Καθολικής Εκκλησίας του Ναυπλίου.
Εθνική Πινακοθήκη – Παράρτημα
Ναυπλίου
Στεγάζεται σε διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο και
διαθέτει μια εκλεκτή συλλογή από έργα
εμπνευσμένα από τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων (Θ. Βρυζάκης,
Φ.Μαργαρίτης, Διον. Τσόκος, Ν.Γύζης, Νικ.Λύτρας κ.α.), τα οποία τονίζουν και
δίνουν αισθητή μορφή στον ιστορικό χαρακτήρα της πόλης. Σκοπός αυτής της
ζωγραφικής είναι να απομνημονεύσει τα
ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων αφαιρώντας τους ωστόσο το ρεαλιστικό
τους χαρακτήρα και ανάγοντάς τα σε μια σφαίρα ιδανική.
Η έκθεση των έργων ζωγραφικής διαρθρώνεται σε πέντε ενότητες οι οποίες καλύπτουν θέματα ή απεικονίζουν ιστορικά συμβάντα, των οποίων η εικονογραφία διαμορφώθηκε σύμφωνα με την εξέλιξη της τέχνης τον 19ο αιώνα. Το στοιχείο που πάνω απ’ όλα έδινε φτερά στη φαντασία αυτών των ρομαντικών δημιουργών ήταν η δραματική σειρά αντιπαραθέσεων, που εμπεριείχε η Ελληνική Επανάσταση.
Παράλληλα προς την έκθεση ζωγραφικών έργων, γλυπτά αντικείμενα καθημερινής χρήσης, οπλισμός των αγωνιστών συμπληρώνουν την έκθεση.
Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Γεωργίου
Θεωρείται ότι χτίστηκε περί τις αρχές του 16ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της Πρώτης Eνετοκρατίας, ενώ μετά την κατάληψη του Nαυπλίου από τους Tούρκους το 1540, ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί.
O ναός είναι
οικοδομημένος στον τύπο της βασιλικής
με τρούλο και οι
τοιχογραφίες του φιλοτεχνήθηκαν στη Δεύτερη Eνετοκρατία, σε δυτικότροπο στιλ. Η παράσταση του Mυστικού Δείπνου αντιγράφει
την πασίγνωστη σύνθεση του Λεονάρντο ντα Bίντσι. Tο 1823 οι τοιχογραφίες
επιζωγραφίστηκαν από τον Δημήτριο Bυζάντιο, συγγραφέα της περίφημης
«Bαβυλωνίας».
Στο ναό του
Aγίου Γεωργίου τελέστηκαν οι
κηδείες του Παλαιών Πατρών Γερμανού, του Δημήτριου Yψηλάντη που
ενταφιάστηκε μάλιστα στο νάρθηκα του ναού, όπως και η κηδεία του δολοφονηθέντος Iωάννη
Kαποδίστρια. Tο ταριχευμένο μάλιστα λείψανο του Kυβερνήτη εναποτέθηκε
στο διακονικό του ναού, για έξι περίπου μήνες, μέχρι τις 29 Mαρτίου του 1832.
Στο ναό υπάρχει
και ο θρόνος του Όθωνα, απ’ όπου παρακολουθούσε τη θεία λειτουργία.
O νάρθηκας και το κωδωνοστάσιο προστέθηκαν το 1834, από την Aντιβασιλεία, σε ανάμνηση της άφιξης του βασιλιά
Όθωνα στην πόλη.
Πλατεία Τριών Ναυάρχων
-Η Πλατεία Τριών Ναυάρχων διαμορφώθηκε επί Καποδίστρια και είναι αφιερωμένη στους τρεις συντελεστές της νίκης στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (8 Oκτωβρίου 1827), ναυάρχους Kόδριγκτον της Aγγλίας, Δεριγνύ της Γαλλίας και Xέιδεν της Pωσίας. Αποτελεί την είσοδο στο ιστορικό κέντρο της πόλης και στο σημείο όπου βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα είχε κτιστεί το 1829 το Κυβερνείο, ή Παλατάκι για να στεγάσει την κατοικία του Καποδίστρια μαζί με τα γραφεία της νεοσύστατης κυβέρνησης. Καταστράφηκε το 1929 από πυρκαγιά.
Ανάμεσα στα νεοκλασικά κτίρια της πλατείας ξεχωρίζει το θαυμάσια αποκατεστημένο Δημαρχείο. Κτίστηκε το 1857 για να στεγάσει το Γυμνάσιο το οποίο είχε ιδρυθεί το 1833 επί Όθωνα. Στο κέντρο της πλατείας υπάρχει μνημείο με τα οστά του Δημήτριου Yψηλάντη που πέθανε στο Ναύπλιο το 1832. Στο πρώτο ελληνικό φαρμακείο που λειτουργούσε στη συμβολή των οδών Β. Κωνσταντίνου και Βελίνης ο φαρμακοποιός -και προσωπικός φίλος του Καποδίστρια- Βονιφάτιος Βοναφίν, ταρίχευσε τον δολοφονημένο πρωθυπουργό
Πολεμικό Μουσείο
Το Πολεμικό Μουσείο στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτίριο όπου λειτούργησε, από το 1828 έως το 1834, η πρώτη Σχολή Ευελπίδων της Ελλάδας ή αλλιώς το «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον». Ιδρυτής της υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και στόχος της σχολής ήταν να στελεχωθεί ο στρατός με άνδρες ικανής μόρφωσης.
Σκοπός του Μουσείου είναι να παρουσιάσει σημαντικά γεγονότα από την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, δίνοντας έμφαση στην προσφορά των κατοίκων της Αργολίδας στους αγώνες του ελληνικού έθνους, από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 έως την απελευθέρωση της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής το 1944. Παράλληλα παρουσιάζεται και η ιστορία της Σχολής Ευελπίδων που λειτούργησε στο κτίριο αυτό.
Στον 1ο όροφο θα δεις την προτομή του Καποδίστρια, πολεμικό υλικό της Νεότερης Στρατιωτικής Ιστορίας, καθώς και έργα τέχνης και χειροτεχνίας της ελληνικής επανάστασης του 1821. Ο ίδιος όροφος φιλοξενεί έργα τέχνης, όπλα, λάφυρα, φωτογραφίες από τον Μακεδονικό Αγώνα, αλλά και από τους Βαλκανικούς πολέμους που ακολούθησαν.
Από την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων σώζονται στρατιωτικές στολές, μετάλλια, παράσημα και φωτογραφίες στον 2ο όροφο του κτιρίου. Ο ίδιος όροφος φιλοξενεί όντως ένα εξαιρετικό φωτογραφικό αρχείο, που δείχνει τις επιπτώσεις του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα. Φωτογραφίες και κειμήλια από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-1941, την Κατοχή, την Μάχη της Κρήτης το 1941, την Αντίσταση και την Απελευθέρωση.
Ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος
Ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος, είναι μονόχωρος ναός, κτισμένος το 1702. Έξω από αυτόν δολοφονήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 ο κυβερνήτης Καποδίστριας από τους αδερφούς Mαυρομιχάλη Γεώργιο και Κωνσταντίνο. H ταριχευμένη σορός του εκτέθηκε στο Κυβερνείο και η κηδεία του έγινε στις 18 Oκτωβρίου του 1831 στο ναό του Aγίου Γεωργίου.
Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ή Φραγκοκκλησιά
Λίγο πριν από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, όταν το Ναύπλιο τελούσε ακόμη υπό τουρκική κυριαρχία, η χήρα του Αγά-πασά, Φατμέ, ανακαίνισε το ναό, που είχε στο μεταξύ ερειπωθεί, στη μνήμη του συζύγου της. Μάλιστα ο ναός ακόμα και σήμερα διατηρεί την όψη τζαμιού, τόσο εξωτερικά με τις βαριές αναλογίες του και τον χαμηλό του τρούλο, όσο και εσωτερικά με την κόγχη για το Κοράνι, το λεγόμενο μιχράμπ.
Το 1839 ο βασιλιάς Όθωνας παραχώρησε το ναό στην Καθολική Εκκλησία, μεριμνώντας για τους καθολικούς Έλληνες, ξένους Φιλέλληνες αλλά και για τους Βαυαρούς στρατιώτες που ανήκαν στην ακολουθία του. Στον Όθωνα οφείλεται η αφιέρωση του ναού στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, για να θυμίζει τη μεταμόρφωση της Ελλάδος μετά την απελευθέρωση της χώρας από τον τουρκικό ζυγό.
Όσον αφορά το εσωτερικό του ναού, αξίζει να σταθούμε σε δύο σημεία: στην αψίδα των Φιλελλήνων και στον πίνακα με την Αγία Οικογένεια. Η λιτή ξύλινη αψίδα, δώρο του Γάλλου αξιωματικού και θερμού φιλέλληνα Αυγούστου Ιλαρίωνα Τουρέ, κοσμεί την εσωτερική πλευρά της εισόδου του ναού και χρονολογείται το 1841. Είναι από ξύλο πεύκου και έχει σχήμα πρόσοψης αρχαίου ελληνικού ναού. Στους κίονες έχουν αναγραφεί, με λευκό χρώμα, ονόματα Φιλελλήνων και ο τόπος στον οποίο έπεσαν, ενώ στο αέτωμα υπάρχει ο θυρεός και το στέμμα του Όθωνα εντός του σταυρού των αγωνιστών.
Ο ναός κοσμείται επίσης από μεγάλο πίνακα που φέρει παράσταση της Αγίας Οικογένειας (SACRA FAMILIA), αντίγραφο του Ιταλού ζωγράφου Ραφαέλο. Η εικόνα δωρήθηκε στο ναό το 1843 από τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο.
Έξω από το ναό υπάρχει υπόγεια κρύπτη, όπου συγκεντρώθηκαν τα οστά των φιλελλήνων καθώς και των Βαυαρών στρατιωτών της ακολουθίας του Όθωνα, οι οποίοι είχαν πεθάνει από επιδημία τύφου τα έτη 1833 και 1834.
Η πλατεία Συντάγματος
Στην ιστορική αυτή πλατεία από το τέλος του 1822 γύρω από τον πλάτανο, που βρισκόταν στο κέντρο της πλατείας, γίνονταν οι συγκεντρώσεις και αγορεύσεις, όπου λειτούργησε για πρώτη φορά, από τα αρχαία χρόνια, ξανά η Αρχαία Αγορά, και λαμβάνονταν οι αποφάσεις για την Ελευθερία και την Ανεξαρτησία.
Γύρω από την πλατεία διατηρούνται, διαχρονικά τα παλιά ιστορικά και παραδοσιακά κτίρια από το 1500 ως την εποχή μας. Με το τζαμί Τριανόν που μιμείται το βυζαντινό ρυθμό των εκκλησιών στα ανατολικά, το μοναδικό Ενετικό Παλάτι – Αποθήκη Στόλου στα δυτικά, σε ρυθμό μπαρόκ και τα νεοκλασικά κτίρια περιμετρικά μετά την απελευθέρωση που συναποτελούν μία συνταιριασμένη αρχιτεκτονική διαχρονική ενότητα.
-Tο Τριανόν. Ήταν τουρκικό τζαμί -το παλαιότερο της πόλης- και στη συνέχεια καθολική εκκλησία προς τιμή του Αγίου Aντωνίου της Πάδοβας. Μεταξύ 1828 – 1833 στέγασε το πρώτο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο και στα τέλη του 19ου αι. το θέατρο της πόλης. Στη συνέχεια λειτούργησε ως κινηματογράφος Τριανόν και πλέον είναι το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου.
-Το Αρχαιολογικό Μουσείο. Τριώροφο λιθόκτιστο οικοδόμημα χρονολογείται στο 1713 και υπήρξε η Ενετική Aποθήκη του Στόλου κατά την περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας. Είναι από τα ωραιότερα οικοδομήματα της περιόδου αυτής στην Ελλάδα.
Οι θεματικές ενότητες του πολύ σημαντικού μουσείου παρουσιάζουν την εξέλιξη των πολιτισμών της Αργολίδας από την απώτατη προϊστορία μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Τα ευρήματα προέρχονται κυρίως από το σπήλαιο Φράγχθι, την Τίρυνθα, τη Μιδέα, τα Δενδρά, την Ασίνη, την Καζάρμα, την Παλαιά Επίδαυρο και την Ερμιόνη. Σε περίοπτη θέση βρίσκεται η περίφημη χάλκινη πανοπλία των Δενδρών (τέλη του 15ου αι. π.Χ.), μαζί με εξαρτήματα του οπλισμού του πολεμιστή, χάλκινα σκεύη και πήλινα αγγεία. Το πιο αρχαίο έκθεμα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου είναι το σύμπλεγμα παλαιολιθικών εστιών από τις βραχοσκεπές στο φαράγγι της Κλεισούρας, στην Πρόσυμνα (32.000-21.000 π.Χ.).
-Το κτίριο όπου στεγαζόταν η Εθνική Τράπεζα, που κατασκευάστηκε στον Μεσοπόλεμο με σαφείς επιρροές από τα μυκηναϊκά μέγαρα. Στη θέση του βρισκόταν το σπίτι του δημάρχου Σπυρίδωνα Παπαλεξόπουλου, συζύγου του Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, η οποία πρωτοστάτησε στην κίνηση για να εκδιωχθεί από την Ελλάδα ο βασιλιάς Όθωνας και στο σπίτι αυτό οργανώθηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση. Μπροστά του υπάρχει γλυπτό αφιερωμένο στην Kαλλιόπη Παπαλεξοπούλου.
-Το Βουλευτικό βρίσκεται στην νοτιοδυτική τμήμα της Πλατείας Συντάγματος και στην οδό Σταϊκοπούλου. Είχε κτιστεί ως τέμενος το 1730, καταστράφηκε και επισκευάστηκε το 1824-25 για να στεγάσει την πρώτη Βουλή των Ελλήνων από το φθινόπωρο του 1825 έως την άνοιξη του 1826. Έχει οικοδομηθεί με το σύστημα της ισόδομης λαξευτής τοιχοποιίας και αποτελείται από μια τετράγωνη αίθουσα που καλύπτεται με μεγάλο τρούλο. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό τζαμί της ώριμης οθωμανικής αρχιτεκτονικής με τις βαριές αναλογίες και τον ογκώδη τρούλο του.
Το 1831 λειτούργησε εδώ για μικρό διάστημα το Ελληνικό Σχολείο, ενώ το ισόγειό του χρησίμευε ως φυλακή. Την καποδιστριακή και οθωνική περίοδο του Ναυπλίου, από το 1828 έως το 1834, εδώ συνήθως δίνονταν οι δημοτικές χοροεσπερίδες. Στο Βουλευτικό έλαβε χώρα, το 1834, κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας, η Δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Δημήτριου Πλαπούτα.
Σήμερα το Βουλευτικό χρησιμεύει ως συνεδριακός χώρος, αλλά και πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Στο ισόγειο στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη Ναυπλίου με ενδιαφέρουσα συλλογή έργων ζωγραφικής σύγχρονων Ελλήνων και Ελληνίδων καλλιτεχνών.
Γύρος της Αρβανιτιάς
Ξεκινάει στο τέλος της παραλίας και καταλήγει στην πλατεία της Αρβανιτιάς, με μήκος ένα χιλιομέτρο περίπου.
Σε όλη τη διαδρομή δεσπόζουν οι βράχοι της Ακροναυπλίας με τα επιβλητικά της τείχη. Στο μέσο περίπου της διαδρομής, πάνω στα βράχια, είναι το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας της Σπηλιάς, τη Santa Maria della Grotta των Βενετών. Ο γύρος καταλήγει στην πλατεία της Αρβανιτιάς. Η περιοχή, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ονομάστηκε Αρβανιτιά γιατί από τους βράχους της, το 1779, λέγεται ότι έριξε ο Καπετάν πασάς τους Αλβανούς μισθοφόρους που λυμαίνονταν την περιοχή.
Στην πραγματικότητα όμως η ονομασία της οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτή την περιοχή, που βρισκόταν εκτός των τειχών κατοικούσαν, ήδη από τα χρόνια της πρώτης Ενετοκρατίας, Αρβανίτες.
Ακροναυπλία
Η βραχώδης χερσόνησος της Ακροναυπλίας αποτελούσε τον περιτειχισμένο οικισμό του Ναυπλίου από την αρχαιότητα έως και τα τέλη του 15ου αιώνα.
Τα τείχη της Ακροναυπλίας μαρτυρούν την πλούσια ιστορία της. Η σημερινή μορφή του κάστρου, αν και αρκετά αλλοιωμένη από τις σύγχρονες επεμβάσεις, αποκρυσταλλώθηκε κυρίως στις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Πρώτης Ενετοκρατίας, από τον 13ο έως τον 16ο αιώνα.
Στην Ακροναυπλία εντοπίστηκε η ύπαρξη προϊστορικού οικισμού, ενώ στο δυτικό τμήμα της ακρόπολης σώζονται τμήματα των αρχαίων πολυγωνικών τειχών της που χρονολογούνται γύρω στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.
Το 1210-1212, όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν την πόλη, χώρισαν την περιοχή της Ακροναυπλίας σε δύο περιβόλους, που ονομάστηκαν κάστρα. Στο μέσο περίπου της χερσονήσου βρισκόταν το λεγόμενο Φράγκικο κάστρο, το οποίο προοριζόταν για την κατοικία των Φράγκων αρχόντων και αποτελούσε το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της πόλης, ενώ το Ρωμέικο κάστρο, στο δυτικό τμήμα της χερσονήσου και σε υψηλότερο επίπεδο, προορίστηκε για τους Έλληνες. Το Ρωμέικο κάστρο θα πρέπει να υπήρχε ήδη από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ το Φράγκικο θα πρέπει να διαμορφώθηκε λίγο αργότερα. Οι Φράγκοι έχτισαν τείχος μεταξύ των δύο κάστρων και τετράγωνο πύργο στο μέσο του λόφου, για να ελέγχουν την επικοινωνία μεταξύ των δύο κάστρων.
Στη διάρκεια της Πρώτης Ενετοκρατίας, και πιο συγκεκριμένα από το 1470, οι Ενετοί, υπό την απειλή των τουρκικών επιδρομών, προέβησαν σε επισκευή και επέκταση των οχυρώσεων της Ακροναυπλίας. Ένα από τα πρώτα και πιο σημαντικά τους έργα ήταν η ενίσχυση της οχύρωσης της Ακροναυπλίας με την προσθήκη ενός νέου περιβόλου, του λεγόμενου Κάστρου των Τόρων. Το κάστρο των Τόρων σώζεται σε καλή κατάσταση και μπορεί κανείς σήμερα να θαυμάσει.
Στα χρόνια της Πρώτης Τουρκοκρατίας, μόνο μικρές επισκευές και συμπληρώσεις πραγματοποιήθηκαν στο κάστρο, που ονομαζόταν από τους Τούρκους Ιτς-Καλέ, δηλαδή εσωτερικό κάστρο. Εδώ κατοικούσαν απλοί άνθρωποι, Τούρκοι και Χριστιανοί, καθώς οι κατοικίες των αξιωματούχων είχαν συγκεντρωθεί στην κάτω πόλη.
Το 1686, όταν οι Βενετοί πήραν την πόλη από τους Τούρκους, έβγαλαν διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η κατοίκηση στο κάστρο της Ακροναυπλίας. Οι κάτοικοι της Ακροναυπλίας θα κατοικούσαν πλέον στην κάτω πόλη που είχε διαμορφωθεί με προσχώσεις ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα. Η Ακροναυπλία προοριζόταν πλέον μόνο για τους στρατιώτες.
Το 1829, ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας ανήγειρε στην Ακροναυπλία μεγάλο στρατώνα, καθώς και στρατιωτικό νοσοκομείο.
Το 1926 μεταφέρθηκαν από το Παλαμήδι στην Ακροναυπλία οι περιβόητες φυλακές της που στεγάστηκαν στον στρατώνα του Καποδίστρια. Το 1937 οι φυλακές Ακροναυπλίας έγιναν και πολιτικές, οι οποίες λειτούργησαν εκεί μέχρι το 1960 περίπου. Το 1970-71 ξεκίνησε η κατεδάφιση των φυλακών προκειμένου να κατασκευαστεί το ξενοδοχείο «Ξενία Παλλάς», οπότε και καταστράφηκε σημαντικό τμήμα των τειχών και των κτισμάτων του Ρωμέικου κάστρου. Τότε κατεδαφίστηκε και το στρατιωτικό νοσοκομείο του Καποδίστρια. Από το νοσοκομείο το μόνο που σώθηκε, είναι το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων.
Το φρούριο Παλαμήδι
Υψώνεται πάνω από την πόλη του Ναυπλίου. Φέρει το όνομά του ομηρικού ήρωα του Τρωικού Πολέμου Παλαμήδη, Επίτευγμα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής και θεωρείται το καλύτερα διατηρημένο και πιο μεγάλο κάστρο της εποχής των Ενετών στην Ελλάδα. Ο λόφος του Παλαμηδίου οχυρώθηκε για πρώτη φορά από τους Ενετούς στη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1686-1715).
Αρχικά επικοινωνούσε με την πόλη μέσω γαλαρίας κι αργότερα με τα περίφημα 999 σκαλοπάτια. Το 1715, μόλις ένα χρόνο από την ολοκλήρωση της κατασκευής του, έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Έναν αιώνα αργότερα, τον Νοέμβριο του 1822, το κατέλαβαν οι Έλληνες με αρχηγό τον Στάικο Σταϊκόπουλο, μετά από πολύμηνη πολιορκία. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τον θαυμασμό της Ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, αφού θεωρούσαν το κάστρο απόρθητο. Μετά την ανακατάληψη του Παλαμηδιού, οι Έλληνες έδωσαν ονόματα στους προμαχώνες, οι οποίοι άλλαξαν έτσι για τρίτη φορά όνομα (πριν είχαν ενετικά και τουρκικά ονόματα).
Ο πρώτος κατά σειρά προμαχώνας ονομάστηκε «Γκριμάνι», ο επόμενος «Ρόμπερτ» (προς τιμή του Γάλλου φιλέλληνα που σκοτώθηκε στη μάχη της ακρόπολης), ενώ οι υπόλοιποι έξι βαφτίστηκαν με ονόματα αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών. Ο προμαχώνας «Μιλτιάδης» χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή -λέγεται, μάλιστα, ότι το 1833 φυλακίστηκε εκεί με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Άλλη μια πιο ήπια φυλακή υπήρχε στον προμαχώνα του «Αγίου Ανδρέα». Οι δήμιοι που έμεναν στο Μπούρτζι εκτελούσαν εκεί τους θανατοποινίτες μέχρι να κλείσουν τελικά οι σκληρές αυτές φυλακές γύρω στο 1926. Στον μικρό ναό του Αγίου Ανδρέα κάθε χρόνο γιορτάζεται η απελευθέρωση της πόλης.
Τώρα τα περίφημα 999 σκαλοπάτια στην πραγματικότητα είναι 857.




